Μετάφραση του "criminaliteit" σε Ελληνικά

Οι εγκληματικότητα, Εγκληματικότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "criminaliteit" σε Ελληνικά.

criminaliteit noun feminine γραμματική

Een overtreding van de wet, bestrafbaar door de staat door middel van een rechtszaak. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εγκληματικότητα

    noun feminine

    Een overtreding van de wet, bestrafbaar door de staat door middel van een rechtszaak.

    Ook zou een dergelijk centrum statistische gegevens en informatie over criminaliteit kunnen verzamelen.

    Το κέντρο αυτό θα μπορεί ακόμη να συγκεντρώνει και να διαδίδει στατιστικά στοιχεία και πληροφορίες για την εγκληματικότητα.

  • Εγκληματικότητα

    alles wat door een wettelijke bepaling als misdrijf strafbaar is gesteld

    Ook zou een dergelijk centrum statistische gegevens en informatie over criminaliteit kunnen verzamelen.

    Το κέντρο αυτό θα μπορεί ακόμη να συγκεντρώνει και να διαδίδει στατιστικά στοιχεία και πληροφορίες για την εγκληματικότητα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " criminaliteit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "criminaliteit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη