Μετάφραση του "dakloze" σε Ελληνικά

Το άστεγος είναι η μετάφραση του "dakloze" σε Ελληνικά.

dakloze noun adjective masculine γραμματική

iemand die op de straat leeft, zonder vaste verblijfplaats [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • άστεγος

    Dus moeten we meer patrouilleren op plaatsen waar daklozen komen.

    Άρα θα πρέπει να βάλουμε περιπόλους εκεί που μαζεύεται ο άστεγος πληθυσμός.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dakloze " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dakloze" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dakloze" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη