Μετάφραση του "deelnemer" σε Ελληνικά

Οι συμμετέχων, συμμέτοχος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "deelnemer" σε Ελληνικά.

deelnemer noun masculine γραμματική

Een persoon die deelneemt aan een wedstrijd of competitie.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • συμμετέχων

    noun masculine

    De aanbestedende diensten kunnen voorzien in prijzengeld of uitkeringen voor de deelnemers van de dialoog.

    Οι αναθέτουσες αρχές δύνανται να προβλέπουν την απονομή βραβείων ή την καταβολή ποσών στους συμμετέχοντες στον διάλογο.

  • συμμέτοχος

    m;f

    Als gebruikers van onlinetechnologieën kunnen kinderen en jongeren worden gezien als begunstigden, deelnemers en actoren in de onlineomgeving.

    Ως χρήστες επιγραμμικών τεχνολογιών, τα παιδιά και οι νέοι μπορούν να θεωρηθούν αποδέκτες, συμμέτοχοι και συντελεστές στο επιγραμμικό περιβάλλον.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " deelnemer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "deelnemer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "deelnemer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη