Μετάφραση του "deelname" σε Ελληνικά
Οι συμμετοχή, μετοχή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "deelname" σε Ελληνικά.
deelname
noun
verb
feminine
γραμματική
-
συμμετοχή
noun feminineDe rente op de deelname van de financiële intermediair wordt marktconform vastgesteld.
Το επιτόκιο που επιβάλλεται στη συμμετοχή του ενδιάμεσου φορέα χρηματοδότησης καθορίζεται σύμφωνα με τους όρους της αγοράς.
-
μετοχή
nounσυμμετοχή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " deelname " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "deelname" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συμμετοχή του δημοσίου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη