Μετάφραση του "deemstering" σε Ελληνικά

Οι λυκόφως, μούχρωμα, σούρουπο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "deemstering" σε Ελληνικά.

deemstering noun feminine γραμματική

de tijd van de dag waarop het licht dan wel donker wordt

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • λυκόφως

    noun neuter
  • μούχρωμα

    noun neuter
  • σούρουπο

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " deemstering " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "deemstering" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη