Μετάφραση του "deftig" σε Ελληνικά
Οι κομψός, ευπρεπής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "deftig" σε Ελληνικά.
deftig
adjective
γραμματική
Waardigheid hebbend of uitdrukkend.
-
κομψός
adjectiveIk plas zittend als een bevallig en deftig dametje.
Κοιτάξτε, κατουράω καθισμένη σαν μια κομψή, αξιοπρεπής γυναίκα.
-
ευπρεπής
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " deftig " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη