Μετάφραση του "degelijk" σε Ελληνικά

Οι ακέραιος, αγαθός, ικανοποιητικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "degelijk" σε Ελληνικά.

degelijk adjective adverb γραμματική

goed tegen een stootje kunnend [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακέραιος

    adjective
  • αγαθός

    adjective
  • ικανοποιητικός

    Eerlijkheid, rechtvaardigheid, of andere kenmerken geassocieerd met rechtschapenheid vertonend.

  • ρωμαλέος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " degelijk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "degelijk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη