Μετάφραση του "detergent" σε Ελληνικά
Το Απορρυπαντικό είναι η μετάφραση του "detergent" σε Ελληνικά.
detergent
Een middel dat gebruikt wordt bij het reinigen.
-
Απορρυπαντικό
επιφανειοδραστικό ή ένα μείγμα επιφανειοδραστικών με ιδιότητες καθαρισμού σε αραιά διαλύματα.
Reinig op gezette tijden de filters van de lamp met een detergent en water.
Ανά τακτά χρονικά διαστήματα, τα φίλτρα της λυχνίας πρέπει να καθαρίζονται με απορρυπαντικό και νερό.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " detergent " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "detergent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συνθετικό απορρυπαντικό
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη