Μετάφραση του "deugdelijk" σε Ελληνικά
Οι αρκετός, ικανός, εύρωστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "deugdelijk" σε Ελληνικά.
deugdelijk
adjective
γραμματική
-
αρκετός
adjective -
ικανός
adjective masculine -
εύρωστος
adjective masculine -
δέων
masculineAdvocaten en raadslieden dienen een deugdelijke machtiging van de verzoeker over te leggen indien het comité daarom verzoekt.
Ο δικηγόρος ή ο σύμβουλος προσκομίζει δέουσα πληρεξουσιότητα από τον προσφεύγοντα, εφόσον του ζητηθεί από την Επιτροπή.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " deugdelijk " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη