Μετάφραση του "dik" σε Ελληνικά

Οι χοντρός, παχύς, λιπαρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dik" σε Ελληνικά.

dik adjective adverb γραμματική

Een relatief grote afstand van de ene kant van een vast lichaam tot de andere kant. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • χοντρός

    adjective masculine

    Die was wel dik, maar het was te laat om de namen te verwisselen.

    Αυτός βέβαια ήταν χοντρός, μα ήταν πια αργά ν'αλλάξουμε ονόματα.

  • παχύς

    adjective masculine

    Hij kan elk probleem oplossen, zolang het niet afkomstig is van de dikke darm van een Russische man.

    Λύνει κάθε πρόβλημα αρκεί να μην προέρχεται από το παχύ έντερο ενός Ρώσου.

  • λιπαρός

    adjective masculine

    Het is niet mijn schuld dat ik dikke vingers heb.

    Δεν είναι δικό μου λάθος που έχω λιπαρά δάχτυλα!

  • παχής

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dik " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dik" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • πάχος
  • παχής · χοντρός
  • Παχύ έντερο · παχύ έντερο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dik" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη