Μετάφραση του "dikke" σε Ελληνικά

Οι παχής, χοντρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dikke" σε Ελληνικά.

dikke adjective
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • παχής

    adjective masculine
  • χοντρός

    adjective masculine

    Die was wel dik, maar het was te laat om de namen te verwisselen.

    Αυτός βέβαια ήταν χοντρός, μα ήταν πια αργά ν'αλλάξουμε ονόματα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dikke " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dikke" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • dik
    λιπαρός · παχής · παχύς · χοντρός
  • Παχύ έντερο · παχύ έντερο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dikke" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη