Μετάφραση του "dom" σε Ελληνικά

Οι ηλίθιος, βλάκας, ηλίθια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dom" σε Ελληνικά.

dom adjective noun masculine γραμματική

hoofdkerk van een bisdom [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ηλίθιος

    noun masculine

    Gewoon dobberen in de vijver, totdat een domme nozem komt opdagen met een zak oud brood.

    Απλώς επιπλέετε στη λίμνη μέχρι να φανεί κάποιος ηλίθιος με ένα σακούλι μπαγιάτικο ψωμί.

  • βλάκας

    noun masculine

    Ik weet heus wel wat je doet met die trieste, domme politieagent.

    Ξέρω τι κάνεις με τον αξιοθρήνητο, το βλάκα τον αστυνομικό.

  • ηλίθια

    adjective adverb

    En het spijt me wat ik op die domme tijdcapsule zei.

    Και συγνώμη για ό, τι είπα στην ηλίθια χρονοκάψουλα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • χαζός
    • ηλίθιο
    • ανόητος
    • κουτός
    • μητρόπολη
    • ακατάληπτος
    • τρούλος
    • ακατανόητος
    • καθεδρικός ναός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dom " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dom" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αγελάδα · βόδι · μοσχάρι · ταύρος
  • γαλλικά ΥΔ
  • ανόητος · βλάκας · ηλίθια · ηλίθιο · ηλίθιος
  • Καθεδρικός Ναός της Κολωνίας
  • γάιδαρος
  • Καθεδρικός Ναός του Άαχεν
  • Ντομ Περινιόν
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dom" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη