Μετάφραση του "domme" σε Ελληνικά

Οι ηλίθιος, βλάκας, ανόητος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "domme" σε Ελληνικά.

domme
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ηλίθιος

    noun masculine

    Gewoon dobberen in de vijver, totdat een domme nozem komt opdagen met een zak oud brood.

    Απλώς επιπλέετε στη λίμνη μέχρι να φανεί κάποιος ηλίθιος με ένα σακούλι μπαγιάτικο ψωμί.

  • βλάκας

    noun masculine

    Ik weet heus wel wat je doet met die trieste, domme politieagent.

    Ξέρω τι κάνεις με τον αξιοθρήνητο, το βλάκα τον αστυνομικό.

  • ανόητος

    noun masculine

    Het zou dom zijn om me daarbij in de weg te staan.

    Θα ήσουν ανόητος εάν έμπαινες στο δρόμο μου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ηλίθια
    • ηλίθιο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " domme " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "domme" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αγελάδα · βόδι · μοσχάρι · ταύρος
  • γαλλικά ΥΔ
  • dom
    ακατάληπτος · ακατανόητος · ανόητος · βλάκας · ηλίθια · ηλίθιο · ηλίθιος · καθεδρικός ναός · κουτός · μητρόπολη · τρούλος · χαζός
  • Καθεδρικός Ναός της Κολωνίας
  • γάιδαρος
  • Καθεδρικός Ναός του Άαχεν
  • Ντομ Περινιόν
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "domme" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη