Μετάφραση του "dominee" σε Ελληνικά
Οι εφημέριος, πάστορας, χριστιανός ιερέας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dominee" σε Ελληνικά.
dominee
noun
masculine
γραμματική
-
εφημέριος
Waarom de dominee zo'n onbenullige vrouw moest kiezen, op zijn leeftijd.
Ooh! Γιατί ο αγαπητός εφημέριος έπρεπε να επιλέξει μια τέτοια ρηχιά γυναίκα, και στην ηλικία του...
-
πάστορας
noun masculineIk ga voor het eerst in mijn leven dominee zijn.
Θα γίνω πάστορας, για πρώτη φορά στη ζωή μου.
-
χριστιανός ιερέας
πρόσωπο που εκτελεί τυπικά λατρείας στη Χριστιανική θρησκεία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dominee " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη