Μετάφραση του "dwaas" σε Ελληνικά

Οι ανόητος, ακατάληπτος, ακατανόητος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dwaas" σε Ελληνικά.

dwaas adjective noun masculine γραμματική

iemand die onverstandig handelt [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανόητος

    noun masculine

    Ik ben een oude dwaas die dacht de toekomst te kunnen bepalen.

    Είμαι ένας ανόητος γέρος που πίστευε ότι θα μπορούσε να ελέγξει το μέλλον.

  • ακατάληπτος

    adjective
  • ακατανόητος

    adjective
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κάρτα ταρό
    • κουτός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dwaas " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dwaas" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη