Μετάφραση του "dwang" σε Ελληνικά
Οι εξαναγκασμός, καταπίεση, υποχρέωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dwang" σε Ελληνικά.
Het gebruik van geweld of intimidatie voor het bekomen van instemming.
-
εξαναγκασμός
masculineDaardoor ontstaat immers nog geen dwang om een bepaalde rechtsvorm aan te nemen.
Πράγματι, δεν προκύπτει ως εκ τούτου ότι υφίσταται ήδη εξαναγκασμός για την επιλογή συγκεκριμένης νομικής μορφής.
-
καταπίεση
feminineDe bedoeling was dat zij zouden worden bevrijd van dwang en achterlijkheid.
Σκοπός ήταν η απελευθέρωσή του από την καταπίεση και την υπανάπτυξη.
-
υποχρέωση
nounMicrosoft verwart aldus het vraagstuk van dwang en het vraagstuk van aantasting van de mededinging.
H Microsoft, με τον τρόπο αυτό, συγχέει την υποχρέωση με την προσβολή του ανταγωνισμού.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dwang " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate