Μετάφραση του "ervaren" σε Ελληνικά
Το έμπειρος είναι η μετάφραση του "ervaren" σε Ελληνικά.
ervaren
adjective
verb
particle
γραμματική
bekwaam door ervaring [..]
-
έμπειρος
adjective masculineJij bent een meer ervaren diplomaat dan de vertegenwoordiger van Naboo die daar al is.
Εσείς είστε πιο έμπειρος διπλωμάτης από τον εκπρόσωπο του Naboo που βρίκεται ήδη εκεί.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ervaren " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη