Μετάφραση του "erven" σε Ελληνικά
Οι κληρονομώ, κληρονομήσει, διαδέχομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "erven" σε Ελληνικά.
erven
verb
noun
γραμματική
de eigendommen van een overledene, meestal een familielid, rechtens verkrijgen
-
κληρονομώ
verbHoe dan ook, technisch gezien erfde ik jouw gebouw en ruimteschip.
Όπως και να'χει, κληρονομώ την εταιρία και το διαστημόπλοιό σου.
-
κληρονομήσει
Zo kon hij Caesars goddelijkheid en al het andere erven.
Και να κληρονομήσει μαζί με τ'άλλα και τη θεϊκή ιδιότητα.
-
διαδέχομαι
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " erven " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη