Μετάφραση του "fan" σε Ελληνικά
Οι οπαδός, ερασιτέχνης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fan" σε Ελληνικά.
fan
noun
masculine
γραμματική
Iemand die iets als hobby beoefent.
-
οπαδός
noun masculineAfgelopen nacht in het café zei je dat je een fan bent.
Χθες βράδυ στο μπαρ είπες πως ήσουν οπαδός μας.
-
ερασιτέχνης
nounIemand die iets als hobby beoefent.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fan " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη