Μετάφραση του "fanatisme" σε Ελληνικά

Οι φανατισμός, Φανατισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fanatisme" σε Ελληνικά.

fanatisme

De kenmerkende eigenschappen van een dweper; onverdraagzaamheid of vooroordeel, voornamelijk religieus of raciaal.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • φανατισμός

    noun

    Met het fanatisme dat we verwachten van de religieuze kaste.

    Ο συνήθης φανατισμός που θα περιμέναμε από τη θρησκευτική κάστα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fanatisme " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Fanatisme
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Φανατισμός

    Fanatisme van de toeschouwers leidde ook tot catastrofes en rellen.

    Ο φανατισμός των θεατών οδηγούσε επίσης σε καταστροφές και ταραχές.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fanatisme" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη