Μετάφραση του "fatsoen" σε Ελληνικά

Οι ευπρέπεια, αιδώς, Ανηθικότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fatsoen" σε Ελληνικά.

fatsoen noun neuter γραμματική

goede manieren [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευπρέπεια

    De toestand of eigenschap van fatsoenlijk zijn.

    Misschien heeft ze haar fatsoen genegeerd en dat van u geleerd.

    Ίσως διδάχτηκε από σένα να περιφρονεί την ευπρέπεια.

  • αιδώς

    noun feminine
  • Ανηθικότητα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fatsoen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fatsoen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη