Μετάφραση του "fatsoenlijk" σε Ελληνικά

Οι ακέραιος, αγαθός, αριστοκρατικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fatsoenlijk" σε Ελληνικά.

fatsoenlijk adjective γραμματική

Reputatie of achting verdienen of bezitten. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακέραιος

    adjective

    Misschien had ze zich al afgevraagd hoe die fatsoenlijke, godvrezende man zou reageren op wat ze hem te vertellen had.

    Πριν το κάνει αυτό, ίσως αναρωτιόταν πώς θα αντιδρούσε εκείνος ο ακέραιος, θεοφοβούμενος άνθρωπος σε όσα είχε να του πει.

  • αγαθός

    adjective
  • αριστοκρατικός

    adjective masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ικανοποιητικός
    • άμεμπτος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fatsoenlijk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fatsoenlijk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη