Μετάφραση του "gesel" σε Ελληνικά
Το μαστίγωση είναι η μετάφραση του "gesel" σε Ελληνικά.
gesel
noun
verb
masculine
γραμματική
een werktuig waarmee men ter bestraffing op de rug van iemand slaat
-
μαστίγωση
Twee keer per dag geselden zij zich in het openbaar.
Δύο φορές τη μέρα υποβάλλονταν σε δημόσια μαστίγωση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " gesel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "gesel"
Φράσεις παρόμοιες με "gesel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δέρνω · μαστιγώνω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη