Μετάφραση του "geselen" σε Ελληνικά

Οι μαστιγώνω, δέρνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "geselen" σε Ελληνικά.

geselen verb noun γραμματική

iemand met een zweep of gesel tuchtigen [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαστιγώνω

    Verb
  • δέρνω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " geselen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "geselen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • μαστίγωση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "geselen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη