Μετάφραση του "gevel" σε Ελληνικά

Το πρόσοψη είναι η μετάφραση του "gevel" σε Ελληνικά.

gevel noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρόσοψη

    noun feminine

    εξωτερική όψη ενός κτιρίου

    Het dakmateriaal kwam niet, dus we moesten met de gevel beginnen.

    Δεν έμπαινε η σκεπή, γι'αυτό ξεκινήσαμε απ'την πρόσοψη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gevel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gevel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη