Μετάφραση του "gewoon" σε Ελληνικά

Οι μόνο, απλώς, κοινός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gewoon" σε Ελληνικά.

gewoon adjective adverb γραμματική

Dat wat het meest algemeen voorkomt. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μόνο

    adverb neuter

    Volgens mij wil hij gewoon dat je hem als je zoon aanvaard.

    Μου φαίνεται ότι θέλει μόνο να τον δεχτείς ως γιο σου.

  • απλώς

    adverb

    Ik wil gewoon twee à drie punten onderstrepen.

    Θα ήθελα απλώς να εμμείνω σε δύο ή τρία σημεία.

  • κοινός

    adjective masculine

    Naar de inhoud gaat het om een grondwet, maar naar de vorm is het een gewone internationale overeenkomst.

    Από άποψη περιεχομένου πρόκειται για ένα σύνταγμα, αλλά από άποψη μορφής πρόκειται για μια κοινή διεθνή συμφωνία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συνηθισμένος
    • φυσιολογικός
    • κανονικός
    • κοινό
    • συνηθισμένο
    • κανονικό
    • μόλις
    • συνηθισμένη
    • πεζός
    • κοινότοπος
    • κανονική
    • κοινή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gewoon " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "gewoon" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gewoon" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη