Μετάφραση του "griet" σε Ελληνικά

Οι κορίτσι, γκόμενα, κούκλα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "griet" σε Ελληνικά.

griet noun masculine feminine γραμματική

Een jonge vrouwelijke persoon, gewoonlijk een kind of tiener.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κορίτσι

    noun neuter

    Een jonge vrouwelijke persoon, gewoonlijk een kind of tiener.

    Het is nu uit met hem en dat grietje.

    Η σχέση του με το κορίτσι, τελειώνει τώρα.

  • γκόμενα

    noun feminine

    De wereld is vol grieten en jij wordt gek van eentje ervan.

    Κυκλοφορούν πολλές γκόμενες κι εσύ κόλλησες σε μια γκόμενα.

  • κούκλα

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " griet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "griet"

Φράσεις παρόμοιες με "griet" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "griet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη