Μετάφραση του "griffel" σε Ελληνικά

Οι γραφίδα, μπόλι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "griffel" σε Ελληνικά.

griffel noun masculine γραμματική

een schrijfgerei van vrij zachte steen, vaak leisteen, waarmee kan worden geschreven op een schrijfplankje dat van dezelfde leisteen is gemaakt (de lei)

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • γραφίδα

    noun feminine
  • μπόλι

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " griffel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "griffel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "griffel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη