Μετάφραση του "hakken" σε Ελληνικά

Οι λιανίζω, ψιλοκόβω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hakken" σε Ελληνικά.

hakken verb noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • λιανίζω

  • ψιλοκόβω

    Verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hakken " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "hakken" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • hak
    Τακούνι · αξίνα · αξινάρι · σκαλιστήρι · τακούνι · τσάπα · φτέρνα
  • Κιμάς · κιμάς
  • Γέμιση
  • Γόβες
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hakken" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη