Μετάφραση του "halen" σε Ελληνικά

Οι αιχμαλωτίζω, προλαβαίνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "halen" σε Ελληνικά.

halen verb γραμματική

ergens heengaan met als doel om iets of iemand mee terug te brengen [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αιχμαλωτίζω

    verb
  • προλαβαίνω

    verb

    Als je de weg niet voor me komt banen, gaan we het vast niet halen.

    Αv δεv έρθεις μέχρι εδώ vα με φτάσεις, δε θα προλάβουμε ποτέ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " halen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "halen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "halen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη