Μετάφραση του "handel" σε Ελληνικά
Οι εμπόριο, Εμπόριο, επάγγελμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "handel" σε Ελληνικά.
de in- en verkoop van goederen [..]
-
εμπόριο
noun neuterHandeling of proces van het kopen, verkopen of ruilen van goederen en diensten bij groothandel of winkel binnen een land of tussen landen. (Bron: RHW)
Loyale handel houdt in dat in dezelfde verpakking verkochte groenten en fruit van homogene kwaliteit zijn.
Το ανόθευτο εμπόριο απαιτεί τα οπωροκηπευτικά που πωλούνται στην ίδια συσκευασία να είναι ομοιογενούς ποιότητας.
-
Εμπόριο
economie
Loyale handel houdt in dat in dezelfde verpakking verkochte groenten en fruit van homogene kwaliteit zijn.
Το ανόθευτο εμπόριο απαιτεί τα οπωροκηπευτικά που πωλούνται στην ίδια συσκευασία να είναι ομοιογενούς ποιότητας.
-
επάγγελμα
noun neuterHandeling of proces van het kopen, verkopen of ruilen van goederen en diensten bij groothandel of winkel binnen een land of tussen landen. (Bron: RHW)
Maar wat ze waarschijnlijk niet verteld heeft is, dat die handel zeeroverij was.
Αυτό που μάλλον ξέχασε να αναφέρει, είναι ότι το επάγγελμα είναι αυτό του πειρατή.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- επιτήδευμα
- εμπορική δραστηριότητα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " handel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "handel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Δίκαιο εμπόριο
-
εμπορία φυτών
-
κοινωνική δράση
-
σχέση γεωργίας-εμπορίου
-
ολοκληρωμένο εμπόριο
-
πριμοδότηση μη εμπορίας
-
εξωτερικό εμπόριο
-
Συνδιάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη