Μετάφραση του "handig" σε Ελληνικά

Οι ικανός, ευτυχισμένος, ευτυχής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "handig" σε Ελληνικά.

handig adjective γραμματική

goed met de handen om kunnen gaan [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ικανός

    adjective masculine

    Gretig, handig met een pistool, maar niet echt leiderschaps materiaal.

    Πρόθυμος, ικανός στα όπλα, μα όχι ακριβώς φτιαγμένος για αρχηγός.

  • ευτυχισμένος

    adjective
  • ευτυχής

    adjective
  • επιδέξιος

    adjective

    Hij is niet zo handig, dus ik houd mijn borsten niet vast.

    Δεν είναι και πολύ επιδέξιος, οπότε δεν θα κρατήσω και τ'απαυτά μου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " handig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "handig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη