Μετάφραση του "handicap" σε Ελληνικά

Οι αναπηρία, Αναπηρία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "handicap" σε Ελληνικά.

handicap noun masculine γραμματική

Een lichamelijke of mentale handicap, dat een persoon belet een volledig normaal leven te leiden of een winstgevend werk uit te oefenen.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναπηρία

    noun

    Plotseling leek mijn handicap op internet vogelvrij verklaard.

    Ξαφνικά, η αναπηρία μου ήταν νόμιμο θήραμα στο Διαδίκτυο.

  • Αναπηρία

    Plotseling leek mijn handicap op internet vogelvrij verklaard.

    Ξαφνικά, η αναπηρία μου ήταν νόμιμο θήραμα στο Διαδίκτυο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " handicap " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "handicap" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "handicap" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη