Μετάφραση του "helpen" σε Ελληνικά

Οι βοηθώ, συντρέχω, βοήθεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "helpen" σε Ελληνικά.

helpen verb γραμματική

iemand bijstaan [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • βοηθώ

    verb

    iemand bijstaan [..]

    Paula moet haar vader in de keuken helpen.

    Η Πάουλα πρέπει να βοηθήσει τον πατέρα της στην κουζίνα.

  • συντρέχω

    verb

    Hulp of bijstand verlenen.

    Ik zou u willen vragen, geachte leden, om ons met deze opgave te helpen.

    Θέλω να ζητήσω από εσάς, κυρίες και κύριοι βουλευτές, να μας συνδράμετε σε αυτήν την προσπάθεια.

  • βοήθεια

    noun feminine

    Ze hebben mijn hulp nodig, dus help je ze.

    Χρειάζονται τη βοήθειά μου, κι όταν η οικογένεια ζητά βοήθεια, το κάνεις.

  • βοηθάω

    verb

    Hulp of bijstand verlenen.

    En ik ben het soort kerel... die helpt als er een vriend in nood verkeerd.

    Kαι είμαι τύπος που όταv έvας φίλος έχει μπλεξίματα, βοηθάω.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " helpen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "helpen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "helpen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη