Μετάφραση του "helper" σε Ελληνικά

Το βοηθός είναι η μετάφραση του "helper" σε Ελληνικά.

helper noun masculine γραμματική

Persoon die assisteert of personen die assisteren bij een of ander karwei.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • βοηθός

    noun m;f

    Het zou ook een fijne gezinsavondactiviteit voor de helpers kunnen zijn als ze hun gezinsleden mee willen brengen.

    Θα είναι επίσης μια καλή οικογενειακή βραδιά για τους βοηθούς για να φέρουν και τις οικογένειές τους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " helper " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "helper" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη