Μετάφραση του "hol" σε Ελληνικά
Οι σπήλαιο, σπηλιά, κοίλο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hol" σε Ελληνικά.
hol
adjective
noun
verb
masculine
feminine
neuter
γραμματική
hol [..]
-
σπήλαιο
noun neutergrot, spelonk
Dan zullen zij in de spelonken der rotsstenen gaan en in de holen der aarde...
" Και αυτοί θέλουσιν εισέλθει εις τα σπήλαια των βράχων. "
-
σπηλιά
noun feminine -
κοίλο
adjectiveOesters moeten met de holle kant naar beneden in de onmiddellijke verpakking worden geplaatst.
Τα στρείδια πρέπει να συσκευάζονται σε πρώτη και δεύτερη συσκευασία με το κοίλο όστρακο προς τα κάτω.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κοίλος
- κούφιος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " hol " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη