Μετάφραση του "hollen" σε Ελληνικά
Το τρέχω είναι η μετάφραση του "hollen" σε Ελληνικά.
hollen
verb
noun
γραμματική
Snel bewegen door afwisselend met beide voeten een sprong te maken.
-
τρέχω
verbΜετακινούμαι γρήγορα εναλλάσσοντας γρήγορα πηδήματα με το ένα και το άλλο πόδι.
Ik dacht al dat ik je naar de uitgang zag hollen.
Νομίζω πως σε είδα να τρέχεις για την έξοδο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " hollen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "hollen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κοίλο · κοίλος · κούφιος · σπήλαιο · σπηλιά
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη