Μετάφραση του "infinitief" σε Ελληνικά

Οι απαρέμφατο, Απαρέμφατο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "infinitief" σε Ελληνικά.

infinitief noun masculine γραμματική

het hele werkwoord [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • απαρέμφατο

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " infinitief " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Infinitief
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Απαρέμφατο

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "infinitief" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη