Μετάφραση του "inflatie" σε Ελληνικά

Οι πληθωρισμός, φούσκωμα, πληθωρισμός plithorismos είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inflatie" σε Ελληνικά.

inflatie noun feminine γραμματική

het stijgen van het prijspeil waardoor het geld zijn waarde verliest

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πληθωρισμός

    noun masculine

    De snelle economische groei heeft bijgedragen tot het creëren van werkgelegenheid, terwijl de inflatie beperkt is gebleven.

    Η ταχεία οικονομική ανάπτυξη συνέβαλε στη δημιουργία θέσεων απασχόλησης, ενώ ο πληθωρισμός είναι συγκρατημένος.

  • φούσκωμα

    noun neuter
  • πληθωρισμός plithorismos

  • Πληθωρισμός

    De snelle economische groei heeft bijgedragen tot het creëren van werkgelegenheid, terwijl de inflatie beperkt is gebleven.

    Η ταχεία οικονομική ανάπτυξη συνέβαλε στη δημιουργία θέσεων απασχόλησης, ενώ ο πληθωρισμός είναι συγκρατημένος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " inflatie " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "inflatie" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "inflatie" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη