Μετάφραση του "inham" σε Ελληνικά

Οι κόλπος, ορμίσκος, κόρφος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inham" σε Ελληνικά.

inham noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κόλπος

    noun masculine

    Crofts wapen lag op de bodem van de inham.

    Βρήκα το όπλο του Croft στον κόλπο.

  • ορμίσκος

  • κόρφος

    Noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μούρο
    • ρόγα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " inham " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "inham" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη