Μετάφραση του "intimiteit" σε Ελληνικά

Οι οικειότητα, στενή σχέση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "intimiteit" σε Ελληνικά.

intimiteit
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • οικειότητα

    noun feminine

    Het gaat om heroriëntatie en heropvoeden zodat intimiteit mogelijk, comfortabel en gezond is.

    Ο στόχος είναι η επανεκπαίδευση ώστε να επιτευχθεί μια υγιής οικειότητα.

  • στενή σχέση

    Zodra er kinderen zijn, wordt de intimiteit anders.

    Λοιπόν, πρέπει να ξέρεις, Ζωή, με τα παιδιά, η στενή σχέση αλάζει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " intimiteit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "intimiteit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "intimiteit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη