Μετάφραση του "intoxicatie" σε Ελληνικά
Το δηλητηρίαση είναι η μετάφραση του "intoxicatie" σε Ελληνικά.
intoxicatie
noun
feminine
γραμματική
vergiftiging
-
δηλητηρίαση
nounDaarnaast is door dezelfde lidstaat één niet-dodelijke acute intoxicatie gemeld in verband met tetrahydrofuranylfentanyl.
Επιπλέον, έχει αναφερθεί από το ίδιο κράτος μέλος μία μη θανατηφόρα οξεία δηλητηρίαση που συνδέεται με τετραϋδροφουρανυλοφεντανύλιο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " intoxicatie " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη