Μετάφραση του "inwendig" σε Ελληνικά
Το εσωτερικός είναι η μετάφραση του "inwendig" σε Ελληνικά.
inwendig
adjective
γραμματική
In het lichaam.
-
εσωτερικός
adjective masculineEen inhoudsmaat waarbij het inwendig volume gelijk is aan de nominale inhoud.
Μέτρο χωρητικότητας για σερβίρισμα, του οποίου ο εσωτερικός όγκος ισούται με την ονομαστική χωρητικότητα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " inwendig " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "inwendig" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Εσωτερική παθολογία
-
Εσωτερικό γινόμενο
-
Εσωτερική ενέργεια
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη