Μετάφραση του "klauwen" σε Ελληνικά

Το νυχιάζω είναι η μετάφραση του "klauwen" σε Ελληνικά.

klauwen noun

Over een oppervlakte wrijven met een scherp voorwerp, vooral door een levend wezen, om jeuk te bestrijden met nagels, klauwen, enzovoort.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • νυχιάζω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " klauwen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "klauwen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αμπραγιάζ · νύχι · συμπλέκτης · χέρι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "klauwen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη