Μετάφραση του "kopen" σε Ελληνικά
Οι αγοράζω, αποκτώ, αγοράξω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kopen" σε Ελληνικά.
kopen
verb
noun
γραμματική
Iets verkrijgen in ruil voor geld of goederen.
-
αγοράζω
verbIets verkrijgen in ruil voor geld of goederen.
Voedingssupplementen worden door de consument als aanvulling op de voeding gekocht.
Τα συμπληρώματα διατροφής αγοράζονται από τους καταναλωτές για τη συμπλήρωση των προσλήψεων από την δίαιτα.
-
αποκτώ
verbSteeds meer Europeanen kopen vastgoed buiten hun lidstaat van herkomst.
Όλο και περισσότεροι Ευρωπαίοι αποκτούν κάποιο ακίνητο εκτός του κράτους μέλους καταγωγής τους.
-
αγοράξω
-
αγορά
noun feminineJe had er een op de vlooienmarkt moeten kopen.
Εγώ μόλις αγόρασα ένα από την υπαίθρια αγορά.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " kopen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "kopen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αγορά · προμήθεια
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη