Μετάφραση του "koper" σε Ελληνικά

Οι χαλκός, μπακίρι, αγοραστής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "koper" σε Ελληνικά.

koper noun verb neuter γραμματική

persoon die koopt [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • χαλκός

    noun masculine

    Een chemisch element; een van de voornaamste non-ferro metalen; een rek- en pletbaar metaal, gevonden in diverse ertsen en gebruikt in de industrie, in de techniek en in de kunst, in zuivere vorm of in legeringen.

    Na bewerking en verdunning van de extracten wordt koper kwantitatief bepaald met behulp van atoomabsorptiespectrometrie.

    Μετά από κατάλληλη κατεργασία και αραίωση των εκχυλισμάτων, προσδιορίζεται ποσοτικά ο χαλκός με φασματομετρία ατομικής απορρόφησης.

  • μπακίρι

    neuter
  • αγοραστής

    noun adjective

    Wij willen bepalen of uw koper dat deed.

    Θέλουμε να βρούμε αν το έκανε ο αγοραστής σου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Χαλκός
    • κάτοχος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " koper " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "koper"

Φράσεις παρόμοιες με "koper" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "koper" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη