Μετάφραση του "koppelen" σε Ελληνικά

Οι σύνδεση, ζεύξη, συσχέτιση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "koppelen" σε Ελληνικά.

koppelen verb γραμματική

Twee objecten, ideeën, of mensen samenbrengen. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύνδεση

    noun feminine

    De ontwikkeling van technologieën en de eisen van gebruikers en applicaties moeten steviger aan elkaar worden gekoppeld.

    Απαιτείται ισχυρότερη σύνδεση μεταξύ της ανάπτυξης τεχνολογιών και των απαιτήσεων χρηστών και εφαρμογών.

  • ζεύξη

    Het is toegestaan dergelijke meervoudige eenheden te koppelen en alle zandstrooiers aan de gekoppelde einden te gebruiken.

    Επιτρέπεται η ζεύξη τέτοιων πολυμερών συνθέσεων και η λειτουργία όλων των συσκευών αμμοδιασποράς στα ζευχθέντα άκρα,

  • συσχέτιση

    Noun

    De alfanumerieke gegevens en de vingerafdrukken dienen uitsluitend te kunnen worden gekoppeld met behulp van de unieke identificatiecode.

    Η συσχέτιση των αλφαριθμητικών δεδομένων και των δακτυλικών αποτυπωμάτων πρέπει να γίνεται αποκλειστικά μέσω του μοναδικού αναγνωριστικού κωδικού.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ζευγαρώνω
    • αγκύρωση
    • στάθμιση
    • μοντάρισμα
    • δημιουργώ ζεύξη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " koppelen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "koppelen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "koppelen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη