Μετάφραση του "koppeling" σε Ελληνικά

Οι συμπλέκτης, διεπαφή, διεπιφάνεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "koppeling" σε Ελληνικά.

koppeling noun feminine γραμματική

een constructie die in een motor of voertuig mechanische krachten op een te onderbreken wijze overbrengt [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • συμπλέκτης

    noun masculine

    Was de koppeling niet het laatste wat er moest gebeuren?

    Δεν ήταν ο συμπλέκτης το τελευταίο πράγμα που έπρεπε να φτιάξεις

  • διεπαφή

    noun feminine

    De neurale koppeling is de sleutel tot alles.

    Η νευρωνική διεπαφή είναι το κλειδί όλων.

  • διεπιφάνεια

    noun feminine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σύνδεση
    • Συμπλέκτης
    • συσχέτιση
    • αμπραγιάζ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " koppeling " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "koppeling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "koppeling" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη