Μετάφραση του "korset" σε Ελληνικά

Το κορσές είναι η μετάφραση του "korset" σε Ελληνικά.

korset noun masculine γραμματική

Een type onderkleding voor vrouwen, versterkt stijlen, dat de taille, de heupen en de borsten ondersteunt.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κορσές

    noun masculine

    Dit korset snijd haar gevoel voor humor af.

    Ο κορσές σού χαλάει την αίσθηση του χιούμορ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " korset " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "korset" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη