Μετάφραση του "kort" σε Ελληνικά

Οι κοντός, σύντομος, μικρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kort" σε Ελληνικά.

kort adjective verb γραμματική

kort (fysieke lengte) [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κοντός

    adjective masculine

    Μικρός στο μήκος σε σχέση με κάτι άλλο.

    Breng de dag met me door, dan ga je zien hoe geweldig is om kort te zijn.

    Πέρνα τη μέρα μαζί μου και θα δεις πόσο ωραίο είναι να είσαι κοντός.

  • σύντομος

    adjective masculine

    Mevrouw de Voorzitter, ik zal het heel kort houden want ik wil hier geen nationaal debat aangaan.

    Κυρία Πρόεδρε, θα είμαι πολύ σύντομος διότι δεν επιθυμώ να υπεισέλθω σε μια εθνική συζήτηση.

  • μικρός

    adjective

    Het leven is kort en heb ik al zoveel van de mijne verspild.

    Η ζωή είναι μικρή κι έχω ήδη χαραμίσει αρκετή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βραχύς
    • λακωνικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kort " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "kort" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kort" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη